ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Το δημοτικό σχολείο Καλοσκοπής έκλεισε το 1987 λόγω έλλειψης μαθητών.
Η ανακαίνιση του σχολικού κτιρίου το 1998, από τον ΕΟΤ, προσέφερε τη δυνατότητα να στεγαστεί σε αυτό το Πολιτιστικό Κέντρο Καλοσκοπής, όπου φιλοξενείται και η μόνιμη Λαογραφική ΈκθεσηΙστορία και Λαογραφία της Καλοσκοπής.

laografiki_1

Στην έκθεση υπάρχει πλούσιο φωτογραφικό υλικό, αντικείμενα που αντιπροσωπεύουν τον αγώνα ζωής και αποτελούν μαρτυρίες της τοπικής παράδοσης και του πολιτισμού. Εξαρτήματα φορεσιάς, εργαλεία τεχνιτών, αγροτικά, αλλά και του σπιτιού είναι τα κυριότερα είδη που εκτίθενται. Aνάμεσά τους πλήρη τα εργαστήρια του σαμαρά – πεταλωτή και του τσαγκάρη.

Tους θερινούς μήνες λειτουργεί καθημερινά ενώ τους υπόλοιπους μήνες μπορείτε να επικοινωνήσετε με τον Πρόεδρο του Χωριού κ. Κώστα Ματθαίο τηλ. 22650 61226.

Στο Πολιτιστικό κέντρο θα βρείτε βιβλία καλοσκοπιτών συγγραφέων, καρτ ποστάλ, ημερολόγια αναμνηστικά και ανάλογα με την εποχή τραχανά, χυλοπίτες, ρίγανη, τσάι και σπιτικά γλυκά που φτιάχνουν εκ περιτροπής οι καλοσκοπίτισες για την ενίσχυση του Κέντρου.

ΗΘΗ – ΕΘΙΜΑ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Τα περισσότερα έθιμα της Καλοσκοπής κρατούσαν μέχρι και τη δεκαετία του ’50. Σήμερα κρατάει το Ρουμελιώτικο ψήσιμο του αρνιού την ημέρα του Πάσχα και τα πανηγύρια της Αγίας Τριάδας και της Αγίας Παρασκευής.

 

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Κάθε πρωτοχρονιά οι νέες γυναίκες μάζευαν «τα γεννήματα» δηλαδή καρπούς της γής, καλαμπόκι, σιτάρι, φασόλια, φακή, ρεβίθια κ.α. και «τάιζαν» τις βρύσες. Πήγαιναν στη βρύση και όπως έτρεχε το νερό έριχναν τους καρπούς λέγοντας όπως τρέχει το νερό έτσι να τρέχει και η σοδειά στο σπίτι.

 

ΦΩΤΑ
Την παραμονή των Φώτων τα παιδιά έψελναν κάλαντα από σπίτι σε σπίτι.
Ανήμερα οι Καλοσκοπίτες έπαιρναν αγιασμό από την εκκλησία και αφού άγιαζαν το σπίτι και τα ζωντανά τους, στη συνέχεια άγιαζαν και τα χωράφια τους. Ξεχωριστή θέση είχαν τα αμπέλια στα οποία έθαβαν κάθε χρόνο ένα μπουκάλι με αγιασμό για καλή σοδειά.Επίσης το βράδυ οι άντρες του χωριού πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούσαν:

Λούκα λούκα νίκα
μες’ την ταβριτζίκα
Άντε μωρέ Γιάννη
Φέρε μας λουκάνι

ας είναι και σαλάμι

περιμένοντας οι νοικοκυρές να τους φιλέψουν λουκάνικα που είχαν φτιάξει τα Χριστούγεννα και κρασί.

 

ΑΠΟΚΡΙΕΣ

Τα λαϊκά δρώμενα, τα οποία ανάγονται στην προδιονυσιακή λατρεία, μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά και έπαιξαν κι εδώ σημαντικό ρόλο. Tις Αποκριές οι Καλοσκοπίτες διατηρούσαν ζωντανές τις πατροπαράδοτες παραδόσεις τους. Μασκαράδες μαζεύονταν στην πλατεία του χωριού την Κυριακή της Αποκριάς και χόρευαν με τα “όργανα” (ζωντανή μουσική) όλη τη μέρα. Μουτζουρώνονταν και σταχτόνονταν δηλαδή έβαζαν στάχτη μέσα σε πάνινες σακούλες και τις τίναζαν ο ένας στον άλλο, κάτι σαν τον σημερινό χαρτοπόλεμο. Συχνά μασκάρευαν και τα γαϊδούρια που τους φορούσαν σώβρακα και παντελόνια και τα έφερναν στην πλατεία. Την Κυριακή το βράδυ έπερναν τα φαγητά τους και μαζεύονταν σε κάποιο σπίτι στη γειτονιά τους. Συνήθως μαγείρευαν κότα. Την Καθαρή Δευτέρα οι νοικοκυρές έβραζαν τα κατσαρολικά τους με στάχτη στο καζάνι για να ξεαρτυθούν και να είναι έτοιμα για τη νηστεία του 40ήμερου. Στην πλατεία έβραζαν φασολάδα για όλους.
Σήμερα γίνεται αναβίωση των εθίμων και την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς ντόπιοι και φίλοι ντύνονται μασκαράδες και πηγαίνουν στην πλατεία. Μουσική, χορός, αλευρώματα, ζεστή σούπα, μεζέδες, άφθονο κρασί και τσίπουρο και πειράγματα συμπληρώνουν τη γιορτή.

ΠΑΣΧΑ

Τα λαμπριάτικα έθιμα ξεκινούσαν από το Σάββατο του Λαζάρου. Τα κορίτσια του χωριού έχοντας καλάθια στολισμένα με λουλούδια πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας το Λάζαρο. Η κάθε νοικοκυρά τις φίλευε ότι είχε όπως αυγά, γλυκά, λεφτά, κλωστές για κέντημα, κ.α. Τα κορίτσια έλεγαν τραγούδια σύμφωνα με τις συνθήκες που επικρατούσαν σε κάθε σπίτι. Άλλο τραγούδι έλεγαν για νιόπαντρους, άλλο αν υπήρχαν ξενιτεμένοι κλπ. Το παρακάτω είναι για τα αγόρια που σπούδαζαν.
Καλότυχη πού ’σαι κυρά με γιους με θυγατέρες
στέλνεις τους γιους στα γράμματα, τις κόρες στα πλουμίδια

Τη Μεγάλη Παρασκευή σε αντίθεση με το Σάββατο του Λαζάρου τραγουδούσαν μόνο τα αγόρια από σπίτι σε σπίτι.
Σήμερα μαύρος ουρανός
Σήμερα μαύρη μέρα…

Το Μεγάλο Σάββατο οι άντρες της κάθε γειτονιάς πήγαιναν στο βουνό για να κόψουν ξύλα για το ψήσιμο του αρνιού. Στην Καλοσκοπή ψήνουν ομαδικά, κατά γειτονιά, στους λεγόμενους «λάκκους»


Ανήμερα το Πάσχα οι άνδρες πάνε το πρωί στο λάκκο για να ανάψουν τη φωτιά και οι γυναίκες έρχονται αργότερα φέρνοντας μεζέδες, κρασί και κόκκινα αυγά. Μέχρι να ψηθεί το αρνί τραγουδούν, χορεύουν και κερνάνε όλους τους επισκέπτες. Είναι έθιμο ομάδες από κάθε γειτονιά να κάνουν επίσκεψη σε άλλη. Όταν τελειώσει το ψήσιμο όλων των αρνιών του λάκκου ψάλετε το Χριστός Ανέστη και ο καθένας μεταφέρει το αρνί στο σπίτι όπου συνεχίζεται το γλέντι.
Το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα ανηφορίζουν στον Άι Γιώργη, τον πολιούχο του χωριού, για τη Λειτουργία της «Αγάπης». Παλαιότερα μετά την λειτουργία της στην πλατεία του χωριού το «χοροστάσι» σχηματιζόταν χορός και γλέντι με συνοδεία ντόπιων οργανοπαιχτών.

ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ

Της Αναλήψεως γιόρταζαν οι τσοπάνηδες. Έκαναν μεγάλες γιορτές στις στάνες σαν πανηγύρια, έπηζαν γιαούρτια και τυροκομούσαν.

Της Αγίας Τριάδας γίνεται πανηγύρι στο ομώνυμο εκκλησάκι που βρίσκεται έξω από το χωριό, στο δρόμο προς την Παύλιανη, σε υψόμετρο 1.400 μ. Σ’ ένα μικρό ξέφωτο και κάτω από αιωνόβια πλατάνια με δύο βρύσες, είναι χτισμένο το εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας πλάι σε πυκνό δάσος από έλατα. Παλαιότερα οι χωριανοί πήγαιναν στο πανηγύρι φορτώνοντας τα μουλάρια τους με όλες τις ετοιμασίες για πλούσιο φαγοπότι. Κυριαρχούσαν οι τυρόπιτες και οι προβέντες (ψωμί κεντημένο και στολισμένο με ζάχαρη στην επάνω πλευρά του). Όλοι μετά την εκκλησία έπιαναν τους ίσκιους έβαζαν κάτω τα πολύχρωμα στρωσίδια και άπλωναν επάνω τα φαγητά τους. Ήταν όλοι καλοδεχούμενοι.Κάτω από τα πλατάνια μπροστά από το εκκλησάκι στήνονται ακόμη και σήμερα οι ψησταριές και κυριαρχούν οι μυρωδιές των ψητών ενώ ακούγονται οι λαϊκοί-δημοτικοί σκοποί με τραγούδια και χορό. Όλα αυτά πλαισιωμένα από το μοναδικό τοπίο όπου δεσπόζουν τα έλατα κι αν έχει ζεστάνει ο καιρός σπάρτα λουλουδιασμένα

Υπάρχει στεγασμένος χώρος (κιόσκι) με τραπέζια και πάγκους, χτιστή ψησταριά που μπορεί όποιος θέλει ελεύθερα να χρησιμοποιήσει.
     

Της Αγίας Παρασκευής. Γίνεται λειτουργία στο εξωκκλήσι που βρίσκεται έξω από το χωριό με αφορμή την εορτή της Αγίας στις 26 Ιουλίου. Το πανηγύρι γίνεται στα μαγαζιά του χωριού. Θεωρείται από τις πιο ζωντανές εκδηλώσεις του τόπου.
Tης Παναγιάς – 15 Αυγούστου. Η γιορτή αυτή είναι για τους Καλοσκοπίτες μια δεύτερη Λαμπρή. Εκατοντάδες χωριανοί και ξένοι φτάνουν στον ιερό ναό της Θεοτόκου να προσκυνήσουν τη χάρη Της. Ανήμερα γίνεται χορός στο προαύλιο της εκκλησίας.

ΜΠΟΥΛΙΑ

Η Καλοσκοπή ήταν κυρίως αγροτική περιοχή γι’ αυτό και είχε πολύ μεγάλη σημασία η καλή σοδειά για να περάσουν τη χρονιά. Στις 21 Νοεμβρίου είναι της Παναγίας της Μεσοσπορίτισας. Οι γυναίκες της Καλοσκοπής τη μέρα αυτή μάζευαν απ’ όλους του καρπούς καλαμπόκι, σιτάρι, φασόλια, ρεβίθια και ότι άλλο είχαν, έριχναν από πάνω ζάχαρη και τα πήγαιναν στην εκκλησία. Μετα το τέλος της λειτουργίας τα πρόσφεραν σε όλους.

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Η κάθε οικογένεια στην Καλοσκοπή έτρεφε ένα γουρούνι με σκοπό να το σφάξει τα Χριστούγεννα ώστε με το κρέας και το κυρίως το λίπος να περάσουν μέχρι τις Απόκριες που άρχιζε η νηστεία.


Την παραμονή τον Χριστουγέννων τα παιδιά έψελναν τα κάλαντα από σπίτι σε σπίτι και οι άνδρες του χωριού συνεργάζονταν στο σφάξιμο των γουρουνιών. Μετά κρεμούσαν το σφαγμένο ζώο και έβγαζαν τα εντόσθια το άφηναν να «στεγνώσει». Τα παιδιά παιδιά περίμεναν με ανυπομονησία το σφάξιμο του γουρουνιού γιατί έπαιρναν την ουροδόχο κύστη, τη φούσκωναν και την έκαναν μπαλόνι. Οι γυναίκες ξεκινούσαν τη μαγειρική κι έφτιαχναν νοματιές, έντερο γεμιστό με εντόσθια, ρύζι, σταφίδες και μυρωδικά. 
Του Αγίου Στεφάνου στις 27 Δεκεμβρίου έγδερναν το γουρούνι, χώριζαν το κρέας σε κομμάτια και ξεχώριζαν το λίπος. Το λίπος το έλιωναν και έφτιαχναν τη λίπα που τη χρησιμοποιούσαν όλο το χρόνο στα φαγητά τους. Από το υπόλοιπο του λίπους γίνονταν οι τσιγαρίθρες τις οποίες ανακάτευαν με κρέας και πράσα και έφτιαχναν ένα είδος παστού που το χρησιμοποιούσαν όλο το χρόνο τον πασπαλά. Έφτιαχναν επίσης λουκάνικα με πράσο, και με το κεφάλι και τα πόδια του ζώου έφτιαχναν πηχτή. Δεν υπήρχαν ψυγεία και το κρέας έπρεπε να τακτοποιηθεί άμεσα για να μη χαλάσει. Δεν πήγαινε τίποτα χαμένο.

ΓΑΜΟΣ

Το λαμπρότερο γεγονός του χωριού. Οι γάμοι κατά το πλείστον γίνονταν με προξενιό. Οι προξενητές και οι προξενήτρες διαπραγματεύονταν την προίκα με τους προστάτες ή κηδεμόνες της νύφης. Πολλές φορές το υποψήφιο ζευγάρι δεν είχε καν συναντηθεί.

Ο γάμος γινόταν πάντα Κυριακή. Η διαδικασίες όμως είχαν ξεκινήσει από την προηγούμενη Τετάρτη στο σπίτι της νύφης, όπου πιάνονταν τα προζύμια. Από νωρίς δύο κοπέλες πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και έδιναν από ένα λουλούδι στους νέους του χωριού καλώντας τους στο ανάπιασμα των προζυμιών.

Όταν το βράδυ άρχιζαν να μαζεύονται οι νέοι, διασκέδαζαν με τραγούδια και κρασί ενώ δύο κοπέλες, που έπρεπε να έχουν μάνα και πατέρα, κοσκίνιζαν το αλεύρι και «έπιαναν» το προζύμι με το οποίο θα ζύμωναν τη γαμήλια κουλούρα. Μέσα στο ζυμάρι έριχναν μερικά κέρματα και οι νεαροί βουτούσαν το στόμα τους στη μάζα του ζυμαριού για να τα πιάσουν και γινόντουσαν κάτασπροι απ’ το αλεύρι. Με αυτό το προζύμι ζύμωναν τα ψωμιά του γάμου και τη ζαχαρωτή κουλούρα που θα έσπαζε η νύφη πριν μπει στο σπίτι του γαμπρού.

Μετά τα προζύμια, την Παρασκευή το βράδυ, στο σπίτι της νύφης, γινόταν τα «προικιά» δηλαδή η έκθεση της προίκας. Tο κάλεσμα για τα προικιά γινόταν με την προσφορά λουλουδιών. Οι κοπέλες είχαν στοιβάξει σε μια γωνία του σπιτιού το ρουχισμό της νύφης, το λεγόμενο «γιούκο», που ήταν καλοδουλεμένος με τέχνη, γούστο και μεράκι. Κάθε καλεσμένος έβαζε στις δίπλες του «γιούκου» ένα χαρτονόμισμα ευχόμενος υγεία, ευτυχία και χαρά. Δεν έλειπε, βεβαία, το καθιερωμένο κέρασμα και το γλέντι, με κλαρίνα και νταούλια. Για το γάμο το κάλεσμα γινόταν από ένα παιδί το οποίο έδινε πολύχρωμα κουφέτα τυλιγμένα στο χαρτί κι έναν μεγαλύτερο που κέρναγε κρασί κάθε καλεσμένο (μια γουλιά από την τσίτσα και ή αργότερα από το μπουκάλι).

Την Κυριακή το πρωί άρχιζαν τα τραγούδια του γάμου στο σπίτι του γαμπρού, όπου τον ξύριζαν και τον έντυναν. Ανάλογο γλέντι γινόταν και στο σπίτι της νύφης με μουσική και τραγούδια.

Όταν ο γαμπρός έφευγε με την παρέα του, με τους συγγενείς, τους φίλους και όλο το συμπεθεριό για το σπίτι της νύφης, μπροστά πήγαινε ο πατέρας του κρατώντας την «τσίτσα» με τη ρακή στο χέρι, και όλοι μαζί ενώ ακολουθούσαν τα όργανα:

«Ας παν … να ιδούν τα μάτια μου
πώς τα περνάει η αγάπη μου
μην ηύρ’ αλλού κι αγάπησε
κι εμένα με παράτησε …»

Μπροστά από την πομπή και το γαμπρό προχωρούσαν «οι συχαρικιάρηδες» καβάλα στ’ άλογά τους τρέχοντας να μεταφέρουν το μήνυμα στο σπίτι της νύφης ότι ο γαμπρός έρχεται. Η νύφη τους κέρναγε κόκκινο κρασί και τους καρφίτσωνε και ένα μαντίλι στο πέτο. Και εκείνοι καλπάζοντας με τ’ άλογά τους επέστρεφαν και στη συνέχεια ακολουθούσαν το συμπεθεριό του γαμπρού. Όταν ο γαμπρός και όλη η πομπή έφταναν στο σπίτι της νύφης και αντάμωναν τα δύο συμπεθεριά, τότε γινόταν ο εναγκαλισμός των μελλονύμφων μέσα σε τουφεκιές και μεγάλο σαματά. Ευχές, συμβουλές και παινέματα για την καινούργια ζωή τους.

Τα στοιβαγμένα από πριν προικιά φορτώνονταν στα υποζύγια του γαμπρού για να τα μεταφέρουν στο σπίτι όπου θα έμενε το νιόπαντρο ζευγάρι. Σύμφωνα με το έθιμο, τα προικιά δεν τα παρέδιδαν εάν δεν έπαιρνε καλό χαρτζιλίκι κάποιος νεαρός συγγενής της νύφης ο οποίος ήταν καθισμένος επάνω τους. Αφού του έταζαν-του έταζαν, και ικανοποιούσαν την επιθυμία του, άρχιζαν να τα φορτώνουν τραγουδώντας:

«Φορτώστε τα προικιά καλά
θα παν στον πέρα μαχαλά.
Να μην πέσουν στα νερά
Και θα μαλώνει η πεθερά».

 Στη συνέχεια τα δύο συμπεθεριά σχηματίζοντας μια τεράστια γαμήλια πομπή κατευθύνονταν στην εκκλησιά με τη συνοδεία των λαϊκών οργάνων. Τα τραγούδια του γάμου τα τραγουδούσαν πρώτα οι συμπέθεροι και τα επαναλάμβαναν τα λαϊκά όργανα:

«Μια Παρασκευή κι ένα Σαββάτο βράδυ
η μάνα μ’ μ’ έδιωχνε από το σπιτικό μου
κι ο πατέρας μου, κι αυτός μου λέει φεύγα.
Φεύγω κλαίγοντας και φεύγω παραπονιώντας …»

Μετά τα στέφανα έφευγε η νύφη καβάλα σε άσπρο, συνήθως, άλογο, με συνοδεία οργάνων, ενώ ακολουθούσε ο γαμπρός και όλο το συμπεθεριό τραγουδώντας. Φτάνοντας στην εξώπορτα του σπιτιού του γαμπρού τους υποδεχόταν η πεθερά. Τότε η νύφη μπροστά στην είσοδο του σπιτιού, κι ενώ βρισκόταν ακόμα καβάλα στ’ άλογο, έσπαζε πάνω στο κεφάλι της τη ζαχαρωτή κουλούρα «προβέντα» του γάμου και πέταγε τα κομμάτια της στα αγαπημένα γύρω πρόσωπα. Πάντα με τη συνοδεία των οργάνων τραγουδούσαν οι κοπέλες:

«Πέτα μήλο πέτα ρόιδι πέτα κόκκινο σταφύλι»

Η νύφη πετούσε στα συγγενικά της πρόσωπα ρόδια και μήλα που επάνω τους ήταν καρφωμένα διάφορα νομίσματα. Το μήλο συμβολίζει την αγάπη και το ρόδι τη γονιμότητα.

Όταν ο γαμπρός την κατέβαζε από το άλογο, η πεθερά της προσέφερε μέλι με καρύδι για μια γλυκιά και χαρούμενη ζωή. Κατόπιν η νύφη πατούσε πάνω σε ένα σίδερο που ήταν τοποθετημένο στην πόρτα, για να είναι σιδεροκέφαλη και να της φέρνει γούρι.

Πολλά δώρα χάριζε η νύφη στην πεθερά της, τα οποία λέγονταν «ζώσματα». Καρφίτσωνε στα πέτα των συγγενών και των φίλων μαντίλια ενώ υπήρχαν δώρα και για τους κουνιάδους, τις κουνιάδες και τους στενούς συγγενείς.

Στη συνέχεια μια ομάδα από συμπεθέρους πήγαινε με τα λαλούμενα στο σπίτι του κουμπάρου να τον προσκαλέσουν στο τραπέζι του γάμου. Σ’ όλους τους δρόμους έβγαιναν οι γείτονες κρατώντας μια κανάτα με κρασί και τους κερνούσαν: «Να ζήσουν σαν τα ψηλά βουνά οι νιόπαντροι, και στα δικά σας οι ανύπαντροι», ήταν ευχές που ακουγόντουσαν παντού.

Ο κουμπάρος περίμενε στο σπίτι του. Έφταναν οι συμπέθεροι με  κεράσματα και με τραγούδια και πήγαιναν όλοι μαζί στο σπίτι του γαμπρού. Σύμφωνα με το έθιμο, ο κουμπάρος έφερνε πάντα το δικό του φαγητό στο γαμήλιο τραπέζι, που συνήθως ήταν στιφάδο, και καλό κρασί, ενώ ακούγονται τραγούδια του γάμου όπως:

«τώρα τα πουλιά τώρα τα χελιδόνια τώρα οι πέρδικες
συχνολαλούν και λένε “ξύπνα αφέντη μου,
ξύπνα γλυκιά μου αγάπη,
ξύπνα κι αγκάλιασε κορμί κυπαρισσένιο
κι άσπρονε λαιμό σαν το μαργαριτάρι” …»

Ακολουθούσε ο τσάμικος χορός των νεονύμφων και του.
Υπήρχε ακόμη το τραγούδι του γαμπρού, που το χόρευε ο ίδιος.

«απόψε μαυρομάτα μου θα κοιμηθούμε αντάμα
βάλε στρώματα φαρδιά, διπλά τα μαξιλάρια …»

Συνήθως το γλέντι κράταγε μέχρι το «γιόμα» της επομένης μέρας.

ΑΓΡΟΤΙΚΑ

Τα χωράφια στο χωριό είναι λίγα και αυτά δύσκολα καλλιεργούνται λόγω της μικρής τους έκτασης και της ιδιομορφίας του εδάφους. Ορισμένα είναι ποτιστικά (πατάτες, φασόλια κ.ά.) και άλλα ξερικά (δημητριακά), εν τούτοις τα καλλιεργούσαν όλα. Έπρεπε να βγει το ψωμί της χρονιάς.

Η ΣΠΟΡΑ στην Καλοσκοπή έπρεπε να γίνει γύρω στα Εισόδια της Θεοτόκου, 21 Νοεμβρίου, (γι’ αυτό ονομαζόταν η Παναγία η Μεσοσπορίτισσα). Υπήρχε μάλιστα η δοξασία ότι όσα χωράφια τα είχαν σπείρει μέχρι της Παναγίας φύτρωναν αμέσως ενώ τα υπόλοιπα καθυστερούσαν πάνω από σαράντα μέρες. Παλιότερα στα Εισόδια της Θεοτόκου, οι γυναίκες του χωριού έβραζαν «Μπούλια».

Ο ΘΕΡΙΣΜΟΣ λόγω του μεγάλου υψομέτρου του χωριού γινόταν πολύ αργά, η παραγωγή ήταν ελάχιστη. Ο θερισμός του σταριού γινόταν με δρεπάνια. Οι θεριστές σχημάτιζαν «χειρόβολα» τα οποία άφηναν πίσω τους στο χωράφι και ένας απ’ αυτούς, που τον έλεγαν «μπαγλαντζή», τα συγκέντρωνε και τα ’κανε δεμάτια. Τα μετέφεραν στο χωριό και σχημάτιζαν θημωνιές στα αλώνια περιμένοντας να τα αλωνίσουν.


ΑΛΩΝΙΣΜΟΣ – ΛΙΧΝΙΣΜΑ. Ο Αλωνισμός γινόταν σ’ ένα καλοστρωμένο αλώνι όπου στο κέντρο του ήταν τοποθετημένος ένας στύλος, στον οποίο έδεναν τα άλογα που γύριζαν γύρω-γύρω για να πατούν τα στάχυα. Τον στύλο τον ονόμαζαν «άνεμο» και πολλές φορές τον στόλιζαν με λουλούδια (βασιλικούς και μαντζουράνες). Τον «άνεμο» τον κρατούσαν τα παιδιά και σαλαγούσαν τ’ άλογα. Τον αλωνισμό τον έκανε ο «βαλμάς», ένας άνθρωπος που περιόδευε με τα άλογά του και σε άλλα χωριά για το σκοπό αυτό.
Ο αλωνισμός έμοιαζε με γιορτή. Τη γραφική αυτή διαδικασία την ακολουθούσε το λίχνισμα. Οι αγρότες περίμεναν ένα ελαφρύ αεράκι για να ξεχωρίσουν το στάρι από το άχυρο, σηκώνοντας τον καρπό ψηλά με τα ξύλινα «καρπολόγια». Έτσι, ο αέρας έπαιρνε μακριά το άχυρο ενώ ο καρπός του σταριού έπεφτε βαρύς στο έδαφος. Σ’ αυτή την εργασία είχαν την αγωνία του καιρού – δεν έπρεπε να βρέξει γιατί θα ήταν καταστροφικό για τη σοδειά. Αφού λίχνιζαν το «λιώμα» και χώριζαν το άχυρο απ’ το στάρι το μετέφεραν με σακιά στο σπίτι τους και γέμιζαν τα αμπάρια τους.

Ο ΤΡΥΓΟΣ για τους Κουκουβιστιανούς ήταν άλλη μια γιορταστική περίοδος. Νέοι, γέροι, γυναίκες, όλοι πηγαινοερχόντουσαν με βιασύνη κατευθυνόμενοι προς τ’ αμπέλια για να μαζέψουν τα σταφύλια. Τρυγώντας γινόταν συγχρόνως και η μεταφορά των στουμπηγμένων σταφυλιών στις τεράστιες «κάδες» (τραπεζονιές). Τα σταφύλια που τρυγούσαν τα μάζευαν πάνω σε ένα στρωσίδι δίπλα στην «τρυγόκαδη» για να πατηθούν. Ακολουθούσε το βράσιμο των σταφυλιών (τσίπρα) στις «τραπεζονιές» και ύστερα ο μούστος έμπαινε στα βαρέλια για να ρετσινωθεί και με τον καιρό να γίνει καλόπιοτο κρασί. Έτσι, όταν το κρασί ήταν έτοιμο συμπλήρωνε τα αγαθά του σπιτιού για τις γιορτές αλλά ακόμα πιο απαραίτητο ήταν για τον κουρασμένο αγρότη που το γευόταν μετά τη δουλειά του.Προπολεμικά καλιεργούνταν στην Καλοσκοπή περίπου 4.000 στρέματα αμπέλια. Το κρασί ήταν πηγή εδόδων για τους Καλοσκοπίτες που το πουλούσαν σε χωριά που ζούσαν κυρίως από την κτηνοτροφία όπως ήταν το Μαυρολιθάρι, η Μουσουνίτσα, η Τρέμισα, κ.ά.

Απ’ τα υπόλοιπα των σταφυλιών, ύστερα από κατάλληλη επεξεργασία, έβγαινε το τσίπουρο και η ρακή. Αυτά γινόντουσαν με το «ρακαριό», παραδοσιακό αποστακτήρα.

Έρευνα

Share